Μια πόλη που φτιάχτηκε από τους… Γίγαντες, κατοικήθηκε από πρόσφυγες και σήμερα ορθώνεται μέσα στον εύφορο κάμπο της Αλμωπίας, ανάμεσα σε αμπέλια και θεόρατες ακακίες, σαν ένα ακόμα δώρο του κάμπου στους ανθρώπους. Τι κι αν άλλαξε τόσες φορές το όνομά της; Η Αριδαία παραμένει πάντα μια πόλη ανοιχτή και φιλόξενη, έτσι όπως ορίζει η μακεδονίτικη γη της Αλμωπίας.

Το τρένο της Καρατζόβας

Η πόλη της Αριδαίας απέχει περίπου 26 χλμ. από την Εδεσσα και ο δρόμος που θα σε φέρει από την πρωτεύουσα της Πέλλας μέχρι εδώ περνάει ανάμεσα από συστάδες από πανύψηλες ακακίες που διάσπαρτες μέσα στον κάμπο δημιουργούν εικόνες όμορφες και εντυπωσιακές. Μπαίνοντας στην πόλη, θα περάσεις από το γήπεδο του τοπικού Αλμωπού και έπειτα θα δεις ένα από τα λίγα κτίρια στην πόλη που τραβούν την προσοχή και τα βλέμματα των επισκεπτών. Πρόκειται για τον παλιό σιδηροδρομικό σταθμό, που σήμερα μπορεί να μην εξυπηρετεί τρένα, φιλοξενεί ωστόσο το Μουσείο Φυσικής Ιστορίας Αριδαίας. Και πριν ακόμα γίνει μουσείο, ωστόσο, ο σταθμός είχε κι εκείνος τη δική του ιστορία.

Η μεγάλη πινακίδα του σταθμού γράφει ακόμη «Αρδέα», όπως ήταν μια από τις παλαιότερες ονομασίες της πόλης. Στην Αρδέα, λοιπόν, έφτανε στο τέρμα του το τρένο της γραμμής Σκύδρα – Αριδαία, γνωστό και ως «τρενάκι της Καρατζόβας». Η γραμμή αυτή είχε κατασκευαστεί στα χρόνια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου με σκοπό την υποστήριξη των δυνάμεων που μάχονταν στο μακεδονικό μέτωπο, μεταφέροντας υλικά και πολεμοφόδια στην πρώτη γραμμή. Συνέχισε να λειτουργεί εξυπηρετώντας επιβάτες και εμπορεύματα μέχρι και το 1931 όταν και εγκαταλείφθηκε πια. Εμεινε πάντως το όνομα, και η φράσηπείραγμα «να σε πάρει το τρενάκι της Καρατζόβας!» Μια άλλη ονομασία του, μάλιστα, ήταν «Ντεκοβίλ» (Decauville) από τη γαλλικού τύπου κατασκευή της γραμμής.

Ιστορικά Μνημεία - Το τρένο της Καρατζόβας

Κάστρο Χρυσής ή Κάστρο Μογλενών

Τα Μογλενά (ονομασία σλαβικής προέλευσης) είναι από τους οικισμούς που δημιουργήθηκαν και οχυρώθηκαν για πρώτη φορά κατά την πρώιμη Βυζαντινή περίοδο, μάλλον νωρίτερα από τον 6ο αιώνα Στους επόμενους αιώνες, ο οικισμός σιγά-σιγά αναπτύχθηκε και διαμορφώθηκε σε καστροπολιτεία.

Η πόλη στα τέλη του 10ου αι. πέφτει στα χέρια του τσάρου των Βουλγάρων Σαμουήλ και το 1015 ελευθερώνεται από τον αυτοκράτορα Βασίλειο Β’ Βουλγαροκτόνο.
Αργότερα, το 1082, καταλαμβάνεται από τους Νορμανδούς του Βοημούνδου (εκ των ηγετών αργότερα της Α’ Σταυροφορίας), που φρόντισε και για την αποκατάσταση των τειχών. Την ίδια χρονιά ο μέγας Δομέστικος Γρηγόριος Πακουριανός απομακρύνει τους Νορμανδούς και καταστρέφει τα τείχη.

Τον 12ο αιώνα επί δυναστείας Κομνηνών, τα Μογλενά ήταν τόπος εξορίας των αιρετικών και αργότερα τόπος εγκατάστασης Πετσενέγκων. Εκείνη την περίοδο έδρασε στην περιοχή ο όσιος Ιλαρίων, επίσκοπος Μογλενών (1090-1164).

Η ιστορία των Μογλενών δεν είναι ακριβώς γνωστή (σε εμάς τουλάχιστον) μετά τον 12ο αιώνα. Λογικά, τα τείχη πρέπει να επιδιορθώθηκα στοιχειωδώς για προστασία του πληθυσμού κατά τους επόμενους ταραγμένους αιώνες. Περί το τέλος του 12ου αιώνα πέρασε στην κατοχή της «2ης Βουλγαρικής Αυτοκρατορίας» του Ιβάν Άσεν. Γύρω στο 1350 κατακτήθηκε από τους Σέρβους του Στέφανου Δουσάν και ίσως ξαναέγινε για λίγο Βυζαντινή πριν το τέλος του 14ου αιώνα όταν οι Οθωμανοί κατέλαβαν τα Βαλκάνια. Φαίνεται ότι αυτήν την περίοδο παρήκμασε και βαθμιαία ερήμωσε, πιθανότατα πολύ πριν από την τουρκική κατάκτηση.

[ngg_images gallery_ids=”94″ display_type=”photocrati-nextgen_pro_sidescroll”]

Μενέλαος Λουντέμης

Πολυγραφότατος και πολυδιαβασμένος λογοτέχνης, ο επονομαζόμενος και Μαξίμ Γκόργκι της Ελλάδας. Η «πένα» του έχει αμεσότητα, λυρισμό, δύναμη και ρεαλισμό. Έργα του, όπως τα μυθιστορήματα «Συννεφιάζει», «Οι κερασιές θα ανθίσουν φέτος» και το μπεστ-σέλερ «Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα» διαβάστηκαν πολύ από τη νεολαία τις δεκαετίες του ’50, του ’60 και του ’70.

Γεννήθηκε το 1906 ή κατ’ άλλους το 1912 στο χωριό Αγία Κυριακή της Μικράς Ασίας και το πραγματικό του όνομα ήταν Δημήτριος Μπαλάσογλου ή Βαλασιάδης. Μετά τη μικρασιατική καταστροφή, η οικογένειά του περιπλανήθηκε αρκετά, μέχρι να εγκατασταθεί το 1923 στο χωριό Εξαπλάτανος της Έδεσσας.

Το 1956 τον μετέφεραν στην Αθήνα από τον τόπο εξορίας του για να δικαστεί, επειδή, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, στο βιβλίο του «Βουρκωμένες μέρες» αναφέρονται «….προπαρασκευαστικές πράξεις εσχάτης προδοσίας….». Στη δίκη που έγινε με τον εμφυλιοπολεμικό νόμο 509/47, οι μάρτυρες υποστήριξαν ότι το βιβλίο του «προπαγανδίζει τας πολιτικάς του ιδέας, θίγει την έννοια του κράτους, κλονίζει την εμπιστοσύνη του λαού στη Δικαιοσύνη, καλλιεργεί το μίσος».

Στη λογοτεχνία του Λουντέμη δεσπόζει η τάση του να στρέφεται εξ’ ολοκλήρου γύρω από ένα κεντρικό πρόσωπο – αφηγητή, που ανήκει στους περιθωριακούς τύπους των καταπιεσμένων κοινωνικά στρωμάτων και το οποίο μας δίνει την προσωπική του οπτική της μοναξιάς, του ανεκπλήρωτου του έρωτα και της δυστυχίας του κόσμου. Μέρος της κριτικής (Ζήρας) του καταλογίζει τεχνικές και εκφραστικές ατέλειες, στρατευμένο ύφος που αποβαίνει σε βάρος της οικονομίας της, αφήγησης, αλλά αναγνωρίζει τον λυρικό του οίστρο. Κάποιοι άλλοι θεωρούν το έργο του απολύτως ξεπερασμένο σήμερα, καθώς αναφέρεται σ’ ένα κόσμο που δεν υπάρχει πια.

Ποιήματα του Λουντέμη μελοποίησαν οι αδερφοί Κατσιμίχα («Ερωτικό Κάλεσμα») και ο συνθέτης Σπύρος Σαμοίλης («Οι κερασιές θ’ ανθίσουνε και φέτος») με ερμηνευτή τον Αντώνη Καλογιάννη.

Ιστορικά Μνημεία - Μενέλαος Λουντέμης

Help us improve the translation for your language

You can change any text by clicking on (press Enter after changing)